Chris Bertish, the Waterman!

11 02 -chris-bertish-sup-open-ocean-exlarge-169

Στον πρῶτο που διέσχισε τα 8334 Km τοῦ Ἀτλαντικοῦ πάνω σε μία σχεδία!!! Ἀκολουθώντας τα ἲχνη ἐκείνου τοῦ πρώτου τῶν πολυμήχανων, Ὀδυσσεύς, στ’ὂνομα, ἒ, τον ξεπέρασες Chris… Σοῦ πῆρε τρεῖς μῆνες, ξεκινώντας τοῦ Ἁγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου με ἀφετηρία το Ἀγαδήρ στο Μαρόκκο για να γλιστρήσεις στις 9 Μαρτίου ἀπαλά στα νερά τῆς Antigua, ἐκεῖ ὃπου στα 1493, ὁ Χριστόφορος Κολόμβος πάτησε γη και την ἀφιέρωσε στη Θεοτόκο τῆς Σεβίλλης, «Παλαιᾶς» πια κι ἢδη ὁμώνυμος νῆσος.

Ἒτσι, μοῦ ἀφίνεις μονάχα την ἐπιλογή τῆς παράθεσης τοῦ ἒργου τοῦ πρώτου, διά χειρός Ὁμήρου στον τρόπο κατασκευῆς τῆς σχεδίας του με τη συντροφιά ἐκείνης τῆς κουκλάρας-θεᾶς, τῆς Καλυψοῦς, στην ραψωδία ε τῆς Ὀδύσσειας.

Μαζί και ἡ ἀναθεματική ἀφιέρωση στους Ὓμνους τοῦ Ἀνθρώπου  για ὃ,τι εἲμαστε ἱκανοί…

Μετά τον Jetman, τώρα ὁ Waterman!!!

Τι, ἂραγε, να μένει πλήν τοῦ Spaceman. Ἲδωμεν…

11 02 II 170309123028-chris-beritsh-english-harbour-approach-exlarge-169

Ὁμήρου, Ὀδύσσεια, ραψωδία ε

Ἀρχαῖο κείμενο

Mετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή
ἦμος δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς, Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη,
αὐτίχ’ ὁ μέν χλαῖνάν τε χιτῶνά τε ἕννυτ’ Ὀδυσσεύς, πήρε ο Οδυσσέας γοργά και φόρεσε χλαμύδα και χιτώνα·
αὐτή δ’ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη, ε 230 μαντί μακρύ η ξωθιά, χιονόθωρο, φορούσε από την άλλη,
λεπτόν καί χαρίεν, περί δέ ζώνην βάλετ’ ἰξυῖ ψιλό, χαριτωμένο, κι έβαλε στη μέση της ζωνάρι,
καλήν χρυσείην, κεφαλῇ δ’ ἐφύπερθε καλύπτρην. ώριο, χρυσό, και στο κεφάλι της απάνω μια μαντίλα·
καί τότ’ Ὀδυσσῆϊ μεγαλήτορι μήδετο πομπήν· και τότε του Οδυσσέα του αντρόκαρδου συντάζει ταξίδι:
δῶκε μέν οἱ πέλεκυν μέγαν, ἄρμενον ἐν παλάμῃσι, Τρανό πελέκι πρώτα του ΄δωκε, που του ΄ρχονταν στη φούχτα,
χάλκεον, ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένον· αὐτάρ ἐν αὐτῷ ακονισμένο, να ΄ναι δίκοπο, χαλκό και στεριωμένο
στειλειόν περικαλλἐς ἐλάϊνον, εὖ ἐναρηρός· σ΄ ελήσιου στειλιαριού πανέμορφου καλά την άκρη απάνω.
δῶκε δ’ ἔπειτα σκέπαρνον ἐΰξοον· ἦρχε δ’ ὁδοῖο Σκεπάρνι τορνεμένο του ΄δωκε μετά, κι ευτύς κινούσε
νήσου ἐπ’ ἐσχατιήν, ὅθι δένδρεα μακρά πεφύκει, μπροστά για του νησιού τ΄ ακρόμερα ψηλά εκεί πέρα δέντρα·
κλήθρη τ’ αἴγειρός τ’, ἐλάτη τ’ ἦν οὐρανομήκης, φύτρωναν, σκλήθρες, λεύκες κι έλατοι, που ανέβαιναν στα ουράνια,
αὖα πάλαι, περίκηλα, τά οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς. ε 240 από καιρούς στεγνά, κατάξερα, να πλέγουν απαλάφρου.
αὐτἀρ ἐπεί δή δεῖξ’ ὅθι δένδρεα μακρά πεφύκει, Κι ευτύς ως του ΄δειξε που φύτρωναν τα θεριεμένα δέντρα,
ἡ μέν ἔβη πρός δῶμα Καλυψώ, δῖα θεάων, η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, στο σπήλιο της γυρνούσε.
αὐτάρ ὁ τάμνετο δοῦρα· θοῶς δέ οἱ ἤνυτο ἔργον. Κι αυτός τα δέντρα επήρε κι έκοβε· σε λίγο είχε τελέψει.
εἴκοσι δ’ ἔκβαλε πάντα, πελέκκησεν δ’ ἄρα χαλκῷ, Σαν έριξε είκοσι, πελέκησε με το χαλκό τους κλώνους,
ξέσσε δ’ ἐπισταμένως καί ἐπί στάθμην ἴθυνε. και τα ΄ξυσε με το σκεπάρνι του, με στάφνη ισιώνοντας τα.
τόφρα δ’ ἔνεικε τέρετρα Καλυψώ, δῖα θεάων· Ωστόσο η Καλυψώ η πανέμνοστη του πήγε τα τρυπάνια·
τέτρηνεν δ’ ἄρα πάντα καί ἥρμοσεν ἀλλήλοισι, και σύντας σε όλα τρύπες άνοιξε και τα σοφίλιασε όλα,
γόμφοισιν δ’ ἄρα τήν γε καί ἁρμονίῃσιν ἄρασσεν. με ξυλοκάρφια και δεντρόφλουδες σφιχτά σφιχτά τα δένει.
ὅσσον τίς τ’ ἔδαφος νηός τορνώσεται ἀνήρ Όσο φαρδύ ένα γύρο χάραξε για φορτηγό καράβι
φορτίδος εὐρείης, εὖ εἰδώς τεκτοσυνάων, ε 250 τον πάτο μαραγκός, την τέχνη του που περισσά κατέχει,
τόσσον ἐπ’ εὐρεῖαν σχεδίην ποιήσατ’ Ὀδυσσεύς. τόσο φαρδιά να κάνει θέλησε κι εκείνος την πλωτή του.
ἴκρια δέ στήσας, ἀραρών θαμέσι σταμίνεσσι, Στήνει παγίδια, με στραβόξυλα πολλά στεριώνοντάς τα,
ποίει· ἀτάρ μακρῇσιν ἐπηγκενίδεσσι τελεύτα. και με μακριές σανίδες πάτωσε στο τέλος την κουβέρτα.
ἐν δ’ ἱστόν ποίει καί ἐπίκριον ἄρμενον αὐτῷ· Και το κατάρτι μέσα εστήριξε με ταιριασμένη αντένα,
πρός δ’ ἄρα πηδάλιον ποιήσατο, ὄφρ’ ἰθύνοι. και το τιμόνι του μαστόρεψε, να κυβερνάει το σκάφος,
φράξε δέ μιν ῥίπεσσι διαμπερές οἰσυΐνῃσι, και με κλωνάρια ετιάς περίφραξε τρογύρα την πλωτή του,
κύματος εἶλαρ ἔμεν· πολλήν δ’ ἐπεχεύατο ὕλην. να τον φυλάν από τα κύματα, και σώριασε και φύλλα.
τόφρα δέ φάρε’ ἔνεικε Καλυψώ, δῖα θεάων, Κι η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, λινό του κουβαλούσε
ἱστία ποιήσασθαι· ὁ δ’ εὖ τεχνήσατο καί τά. για τα πανιά· κι αυτός περίτεχνα μαστόρεψε και τούτα·
ἐν δ’ ὑπέρας τε κάλους τε πόδας τ’ ἐνέδησεν ἐν αὐτῇ, ε 260 ξάρτια κι απλές και σκότες έδεσε τελεύοντας, και τότε
μοχλοῖσιν δ’ ἄρα τήν γε κατείρυσεν εἰς ἅλα δῖαν. με τα φαλάγγια στ΄ άγια κύματα την έσπρωξε να πέσει.
τέτρατον ἦμαρ ἔην, καί τῷ τετέλεστο ἅπαντα· Είχαν περάσει μέρες τέσσερεις, σα βρέθη τελειωμένος·
τῷ δ’ ἄρα πέμπτῳ πέμπ’ ἀπό νήσου δῖα Καλυψώ, στις πέντε η Καλυψώ τον άφηνε πια απ΄ το νησί να φύγει,
εἵματά τ’ ἀμφιέσασα θυώδεα καί λούσασα. με ρούχα ευωδιαστά απ΄ το χέρι της ντυμένο και λουσμένο.
ἐν δέ οἱ ἀσκόν ἔθηκε θεά μέλανος οἴνοιο Δυο ασκιά πιο πρώτα του κουβάλησε· μαύρο κρασί είχε το ΄να,
τόν ἕτερον, ἕτερον δ’ ὕδατος μέγαν, ἐν δέ καί ᾖα το άλλο νερό — το μεγαλύτερο — κι ακόμα το δισάκι με τις θροφές,
κωρύκῳ, ἐν δέ οἱ ὄψα τίθει μενοεικέα πολλά· και μέσα νόστιμα προσφάγια του ΄χε βάλει· τέλος αγέρα πρίμο,
οὖρον δέ προέηκεν ἀπήμονά τε λιαρόν τε. απείραγο, γλυκόπνογο του στέλνει. Τότε ο Οδυσσέας ο θείος,
γηθόσυνος δ’ οὔρῳ πέτασ’ ἱστία δῖος Ὀδυσσεύς. χαρούμενος από τον πρίμο αγέρα,
αὐτἀρ ὁ πηδαλίῳ ἰθύνετο τεχνηέντως ε 270 σηκώνει τα πανιά, και κάθισε, με τέχνη το τιμόνι
ἥμενος· οὐδέ οἱ ὕπνος ἐπί βλεφάροισιν ἔπιπτε να κυβερνά, κι ουδέ που βάραινε τα βλέφαρα του ο γύπνος,
Πληϊάδας τ’ ἐσορῶντι καί ὀψέ δύοντα Βοώτην την Πούλια, το Βουκόλο ως κοίταζε, που αργεί να βασιλέψει,
Ἄρκτον θ’, ἣν καί ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν, και το Χορό τον εφταπάρθενο, που τόνε λεν κι Αμάξι,
ἥ τ’ αὐτοῦ στρέφεται καί τ’ Ὠρίωνα δοκεύει, κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα,
οἴη δ’ ἄμμορός ἐστι λοετρῶν Ὠκεανοῖο· και μόνο αυτός λουτρό δε χαίρεται στον Ωκεανό ποτέ του·
τήν γάρ δή μιν ἄνωγε Καλυψώ, δῖα θεάων, τι η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, του το ΄χε πει,
ποντοπορευέμεναι ἐπ’ ἀριστερά χειρός ἔχοντα. το Αμάξι να το ΄χει, ως αρμενίζει, αδιάκοπα στο χέρι το ζερβί του.
ἑπτά δέ καί δέκα μέν πλέεν ἤματα ποντοπορεύων, Διάβηκαν δεκαεφτά μερόνυχτα που αρμένιζε ο Οδυσσέας·
ὀκτωκαιδεκάτῃ δ’ ἐφάνη ὄρεα σκιόεντα στις δεκοχτώ τα βαθιογίσκιωτα βουνά πρόβαλαν τέλος,
γαίης Φαιήκων, ὅθι τ’ ἄγχιστον πέλεν αὐτῷ· ε 280 απ΄ τη μεριά που εκείνος βρίσκουνταν, της χώρας των Φαιάκων,
εἴσατο δ’ ὡς ὅτε ῥινόν ἐν ἠεροειδέϊ πόντῳ. και του φάνταζαν στο αχνογάλαζο πέλαο σα σκουτάρι.

 

11 02 IV.jpg

Φτάνοντας

Ὁ άθλος

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in 2016, Ἁφρική, Ὠκεανός, Ατλαντικός, Αμερική, Ιστορία, Κοινωνία, Μάρτιος, Προσωπικότητες, Παράδοση, Πορτογαλία, Πολιτισμός, Τέχνη, Υποδομές, Υγεία, Φύση, Φιλοσοφία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.