Μήπως;

greece-cyprus-turkie-satellite-map

Ἂς το παραδεχθοῦμε’

5 Μ εἶναι ἐκεῖνα που καθορίζουν την ἀνθρώπινη ζωή. Εὐκταῖον για κάθε ἓνα ἐξ ἡμῶν ἡ μετεξέλιξις τῆς τελευταίας σε ὓπαρξη ἐνῶ ἐξακολουθεῖ και στα δύο ἡμιχρόνια να συνιστᾶ Ζωή. Φιλοσοφίας το ἀνάγνωσμα σε τρεῖς γραμμές.

Μ το πρῶτον.

Λέγε με Μνήμη.

Συνιστᾶ μία μορφή ἀνώτερης νοητικῆς λειτουργίας που «δουλεύεται» ἢ καλύτερα καλλιεργεῖται, κυρίως, ἀθόρυβα μα συστηματικά και ἐπιστημονικά. Βῆμα βῆμα, ἡ συγκέντρωση ἡ παρατήρηση ἡ ἐπιλογή ἡ θεωρία ἡ ἐπιβεβαίωση ἢ ἡ ἀπόρριψη ἑνός σχεδίου μιας εἰκόνας ἑνός γεγονότος, ἀκόμη και τυχαίου ἢ ἀναπάντεχου, μιας μερικῆς ἢ καθολικῆς πραγματικότητας και ἡ ἐν συνεχεία ἐντύπωση και ταξινόμησή του στο χῶρο τοῦ ἐγκεφάλου. Μνήμη ἂϋλη ἀλλά ὂχι ἀσπόνδυλη. Μνήμη ὡροδείχτης. Σωρευτής τῶν πιο ἀξιοσημείωτων στιγμῶν τῶν ἀναπνοῶν μας. Γι’αὐτό και ἀποτελεῖ ὂχι ἁπλῶς το Μ το πρῶτον, μα και το πρῶτο βᾶθρο τῆς γέφυρας τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Το βᾶθρον Μ το δεύτερον.

Λέγε με Μέλλον.

«Μα,  το μέλλον ὑπάρχει;», θα μποροῦσε να ρωτήσει κάποιος.

Και φυσικά ὑπάρχει άλλά οὒτε και εἶναι οὒτε και ζεῖ. Ἀφοῦ, ἂλλωστε, το μέλλον ὑπάρχει μόνον ὡς ὓπαρξη. Πνευματικά και ψυχικά. Ἂϋλα, δις. Συνιστᾶ οὐσία και ὂχι ὀντότητα. Μόνον ὃταν ἡ γραμμή τοῦ κέρσορα μεταφέρεται στην ἑπόμενη χρονική στιγμή, τότε και μόνον τότε, το μέλλον ὁρίζεται ὡς παρών, ἐπιτυγχάνοντας την ἐπέκτασή μας στον ἂξονά του χωρόχρονου, ἀκόμη κι ἂν ὁ χῶρος μας εἶναι ἢ καλύτερα δείχνει να εἶναι σταθερός, το ξέρουμε πια ἀπό παιδιά ὃτι τα «πάντα ρεῖ και οὐδέν μένει», ἀναγνωρίζοντας συνειδητά ἐκ νέου ὃτι ἡ προέκταση τοῦ παρόντος εἶναι το μέλλον. Ἒτσι, το Μ το δεύτερον μοιάζει να εἶναι, κάπως, μετέωρο ἀνάμεσα σε ἀνθρώπους που σκέπτονται σε μία κλίμακα που κινεῖται ἀπό το καθόλου ἓως και το ἐντελῶς [μάλιστα, για τον μέγιστο τῶν Φιλοσόφων, τον Ἀριστοτέλη, το ὃλον ὁρίζεται ὡς το τέλος και ἀντιστρόφως, στο βαθμό που το τέλος ὁδηγεῖ στο ὃλον. Μα για να καταλήξει σ’αυτή τη διαδρομή ἀπαραίτητη προϋπόθεση Μ το τρῖτον.

Μῆτις.

Λέγε με σκέψη. Και ‘δῶ, θυμήσου λίγο πριν στα παιδικά σου χρόνια, ἐκεῖ στο Δημοτικό πώς ἂκουγες τις ἱστορίες τοῦ παπποῦ Ὀμήρου για τον πολυμήχανο Ὀδυσσέα. Ναι ναι, ἐκεῖνον που ἐνῶ «παίζαμε μπάλα» δέκα χρόνια ἐκτός ἓδρας και ἐνῶ παίζαμε μονότερμα τους ἀντίπαλους Τρῶες και μία μερίδα θεῶν που συστοιχίζονταν μαζί τους ἡ μπάλα δε ἒλεγε να μπει στο δίχτυ μέχρις ὃτου «δούλεψε» ἡ Μῆτις τοῦ ἐξ Ἰθάκης ὁρμωμένου Ὀδυσσέως.

Σκέψη. Κριτική σκέψη. Δυνατότητες. Ἐπιλογές. Συγκέντρωση. Προσοχή. Ἀντίληψη. Συναντίληψη. Συνείδηση.

Τῆς πραγματικότητας. Τοῦ πλαισίου. Τοῦ περιβάλλοντος.  Τῶν συνθηκῶν. Τῶν δεδομένων.

Τοῦ ἑαυτοῦ. Τοῦ Ἂλλου. Τοῦ Θεοῦ.

Τότε, στο χωροχρονικό ἂξονα ὑποτελεῖς ἀκόμη ἀλλά ὂχι και δέσμιοι στις ἀνθρωπόρφες εἰκόνες τῆς προτυπώσεώς Του.

Και τι σημασία εἶχε ἂν ὁ ἀγώνας πέρασε ἀπό την κανονική διάρκεια στην παράταση και τα παρατεταμένα πέναλτυ, ἀφοῦ δε λέγαμε να φύγουμε ἀπό ‘κεῖ χωρίς τη θέλησή μας’ οὒτε χωρίς τη νίκη μας.

Πράγματι, με τη θέλησή μας φύγαμε με την ἐπισήμανση ὃτι φύγαμε νικητές. Και δεν ἦταν μόνον ἡ θέληση, ἡ ἐπιθυμία και ἡ ψυχή του να κυριαρχεῖς. Ἢταν κάτι πολύ παραπάνω ἀπό την ἁπλή παράθεση λημμάτων. Ἦταν ἡ ἒμπρακτη ἐπιβεβαίωση τοῦ ὁμηρικοῦ ρητοῦ «Αἰέν Ἀριστεύειν και Ὑπέροχον ἒμμεναι ἁπάντων».

Στάσις ἐξόχως ὑπαρξιακή΄πνευματική τε και ἃμα ψυχική. Διανοητική ἂϋλη, τρις και κινητική. Ἂρα, και δυναμική. Ἂριστη στον ὑπερθετικό βαθμό λειτουργώντας τόσο ἀριστοκρατικά πρώτη τόσο στη δύναμη τοῦ νοῦ, τοῦ πνεύματος, τῶν ἐπιλεγεισῶν  διαδρομῶν ὂσο και στο ἐπίπεδο τῆς ἠθικῆς.  Τοῦ τρόπου, δηλαδή, με τον ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ κάθε ἓνας την πραγματικότητα.

Κι ἂν ἡ σύλληψις τῆς πραγματικότητας, ὂσο σύνθετη κι ἂν εἶναι, ὑπόκειται στη διανοητική κατάσταση τοῦ καθενός, ἡ ἀντίδρασις σε αὐτήν την πραγματικότητα, με ὃποιον τρόπο κι ἂν αὐτή συμβεῖ, συνιστᾶ την ἠθική κατάσταση τοῦ φέροντος ὀργανισμοῦ της. Ἑνοποιώντας, πια, τις καταστάσεις πνευματική και ἠθική στην ὁποῖα ὑπόκειται και ἡ ψυχική χτίζουμε τα βάθρα τῆς γέφυρας τοῦ ἑαυτοῦ μας. Με τη βοήθεια, ὁ Θεός ἐκ νέου, τοῦ τέταρτου Μ.

Διαβάζεται στη νεώτερη ἐκδοχή του ὡς Μάτι.

Μ, το τέταρτον. Και εἶναι το κατ’ἐξοχήν ἐργαλεῖο ἀντιλήψεως τῆς πραγματικότητας. Ἂλλωστε, εἶναι γνωστή ἡ ταξινόμηση τῶν ἀνθρώπων σε τρεῖς κατηγορίες με βάση την ὃρασή των: α) σε ὂσους βλέπουν με τα δικά τους μάτια, β) σε ὃσους βλέπουν με τα μάτια τῶν ἂλλων και γ) σε ὃσους δεν βλέπουν καθόλου. Ἀσφαλέστατα, ἡ ἀνάγνωσις ἐδῶ τοῦ ὂρου «βλέμμα» δεν ὁρίζεται μονάχα στην καθαρότητα και τη διαύγεια ἀποτυπώσεως τῶν εἰδώλων σε μία ἀπόσταση οὒτε και στο εὖρος τοῦ ὀπτικοῦ μας πεδίου, μα συσσωματώνει την εὑρύτερη τῶν πραγμάτων ἀντίληψη. Κατά συνέπεια, σημασία δεν ἒχει μόνον ὃ,τι σού δείχνουν μά ὃ,τι ἐσύ βλέπεις, ἀρκεῖ να βλέπεις μόνος σου, ἀπερίσπαστα, νηφάλια, ψύχραιμα, κριτικά, ἐποικοδομητικά, ὑπεύθυνα. Και τότε, συνειδητοποιεῖς σχεδόν ὃτι το να βλέπεις [για ὃλους ὃσοι σκέπτονται] σημαίνει και να καταλαβαίνεις,  δηλαδή, να κατανοεῖς να προσλαμβάνεις τα δεδομένα και ἀφοῦ τα ἐπεξεργαστεῖς να μπορεῖς να ἐξάγεις και να ἐξαγάγεις τα ἑκάστοτε προσωπικά σου δεδομένα, ὃσο μπορεῖς και ὃσο θέλεις.

Κι ἂν, μάλιστα, προεκτείνω το βλέμμα σε ὃραμα, τότε ἀλλάζουν τα δεδομένα τοῦ χώρου, καθώς προστίθεται και η μεταβλητή τοῦ βάθους, ἡ προοπτική τῶν καταστάσεων. Κι ὃπως κάθε προοπτική ἒχει και ένέχει το δικό της βᾶθος, δημιουργώντάς την με τη γραμμή τοῦ ὁρίζοντα και τα σημεῖα φυγῆς ὃπως τα ἒχω ὁρίσει, τότε ἀντιλαμβανόμαστε και τη διάσταση τῶν ὁμοειδῶν ἐννοιῶν «βλέμμα» και «ὃραμα». Με δυο λόγια, ἐκεῖ ὃπου φθάνει το βλέμμα ὡς τέρμα κι ὀλοκλήρωση της δυνητικῆς καταστάσεως τῆς ὃρασης του ἑνός, ἐκεῖ για κάποιον ἂλλο ξεκινᾶ ὡς σημεῖο ἐκκινήσεως το ὃραμα μιας προοπτικῆς ἀφανῶν καταστάσεων με δυνητικό κέρδος ἀπροσδιόριστο ὡς προς την κορύφωσή του.

Laocoon_and_His_Sons

Ἐκεῖ ὃπου οἱ ἀπλοί μέσοι πολῖτες και ὁπλῖτες Τρῶες ἒβλεπαν τον Ἳππο Δούρειο[Δούρειος ὡς ξύλινος, δηλαδή,] μόνον ὁ Λαοκόων, ὁ τοῦ Ἀπόλλωνος μάντις, ἐκεῖ στις ἀκτές τῆς Τρωάδος «ἒβλεπε», διαισθανόταν και ἀντιλαμβανόταν μία διαφορετική πραγματικότητα. Την ὂντως πραγματικότητα. Αὐτήν που εἶχε ὁραματισθεῖ, σχεδιάσει και ἐκτελέσει ὁ Ὀδυσσέας. Και ὃταν ἐπεχείρησε να «ξυπνήσει» τους Τρῶες, ἡ πλοκή τοῦ μύθου θα τον φέρει ἀντιμέτωπο με το δίδυμο τῶν θεῶν Ποσειδῶνος και Ἀπόλλωνος, με γνωστή την «κατάληξή» του ὁμοῦ με τους γιους του στο περίφημο σύμπλεγμα τῶν Ρόδιων γλυπτῶν Ἀγήσανδρου, Ἀθηνόδωρου και Πολύδωρου, στο Μουσεῖο τοῦ Βατικανοῦ μα, ἰδιαιτέρως, με την περίφημη φράση του, ἀποτυπωμένη στην του Βιργιλίου Αἰνειάδα «Φοβοῦ τοῦ Δαναούς και δῶρα φέροντας».

Στην κορυφή, ἂλλωστε, ὑπαρκτός ὁ «Δίκης ὀφθαλμός, ὃς τα πᾶνθ’ὁρᾶ», μιλώντας για τον Δημιουργό.

Μ.

Πέμπτον. Το πέμπτον. Ἢ ἂλλως, ἡ πεμπτουσία τοῦ Μ.

Μήπως

Στους παροικοῦντας τη γλωσσική Ἰερουσαλήμ, ἢτοι τους κατέχοντας τους κανόνες της γλώσσας, το λῆμμα «μήπως» ἀποτελεῖ σύνδεσμο ὑποτακτικῶν, ἂρα, δευτερευουσῶν προτάσεων με ἒντονη τη χροιά τῆς ἀπορίας, τοῦ δισταγμοῦ και τοῦ φόβου. Τις λένε ἐνδοιαστικές, ἐπειδή ἐμπεριέχουν τον ἐνδοιασμό, τον φόβο, την προσοχή, την αμφιβολία και ὑποκρύπτουν την καχυποψία. Μάλιστα, στον συνταγματικό ἂξονα ἀποτελοῦν και τα ἀντικείμενα τῶν ἀντίστοιχων ρημάτων [θορυβημένοι τινές] μήπως γίνει ἢ  μήπως και δεν γίνει κάτι, κυρίως, δυσάρεστο, φοβικό, τρομακτικό, ἐπιζήμιο.

Φανταστεῖτε πέναλτυ στο 90φεύγα, σε τελικό, με ἐκτελεστή π.χ. τον κορυφαῖο μπαλαδόρο στον πλανήτη, τον Μέσσι κι ἐλᾶτε στη θέση τῶν ἀντιπάλων του, μαζί και τοῦ τερματοφύλακα. Ὃ,τι σας τρομάζει αὐτός και ο ἐνδοιασμός του «μήπως». Δεν σκέπτεται κανείς πώς μπορεῖ να το χάσει [συμβαίνει, ἐνίοτε, ἂλλωστε κι αὐτό]’ ἀντιθέτως, ἀγωνιᾶ, τρέμει και ἐπικρεμᾶται ὁ φόβος μήπως θα μαζέψει την μπάλα ἀπό τα δίχτυα και ὁ τερματοφύλακας πραγματικά/ρεαλιστικά και ὁ ὀπαδός συμβολικά.

Ἒτσι, ὁ ἐν λόγω φόβος και τρόμος, ἡ ἒνδοια, προσωποποιημένη μεταμορφώνεται και ὁμοῦ μορφοποιεῖται με μία μικρή ἀλλαγή τοῦ φωνήματος σε πραγματική ἒνδεια σε πενία σε πτωχεία σε ἒλλειμμα σε ζημία και ἐν τέλει σε  ἀπορία πώς να συμπεριφερθεῖ ἀπέναντι στα νέα δεδομένα, στις νέες συνθῆκες στην καινούργια πραγματικότητα. Και τότε, ἀλήθεια, πώς ἢ με ποια ἀνάγνωση ἀλλάζει και μεταμορφώνεται ἡ πραγματικότητα;

Με το ἲδιο λῆμμα, μα με νέα «ἀνάγνωση», δυναμική αύτή τη φορά, ὃπως ἃλλωστε και κάθε φορά που ὁ ἲδιος μας ὁ ἑαυτός, έδῶ και χιλιετίες προ Χριστοῦ και μετά Χριστόν κατάφερε και το ἐπιτυγχάνει και με βεβαιότητα θα το πράττει και στην προέκταση τοῦ παρόντος, στο βραχῦ και το βαθῦ μέλλον, να ἀναρωτᾶται ἂν αύτό που βλέπει ὡς πραγματικότητα εἲτε το ἀνασύρει και το άνακαλεῖ ἀπό το παρελθόν με τούς μηχανισμούς τῆς Μνήμης εἲτε το ἀντικρύζει ἰδίοις ὂΜμασι για πρώτη φορά, πάντοτε ἀναζητεῖ και θα ἐξακολουθεῖ, ἀνιχνεύοντας και ἰχνηλατώντας βῆμα βῆμα την ἀλήθεια.

Ἀκόμη κι ὃταν την ἒχει μπροστά του, ὃπως και τότε ὁ Ρωμαῖος Πόντιος Πιλάτος εἶχε την Ἀλήθεια ἀλλά δεν «ἒβλεπε» εἲτε γιατί δεν ἢθελε εἲτε γιατί δεν ἒψαχνε εἲτε γιατί φοβόταν να ἀντικρύσει κατάματα τον Χρόνο, εἲτε με τα μάτια τα δικά του εἲτε γενόμενος ἡ φωνή στα «μάτια» τῶν Ἰουδαίων Ἑβραίων οὒτε και θέλησε οὒτε και μπόρεσε να άναμετρηθεῖ με την πραγματικότητα. Ἒτσι, δεν ἀνίχνευσε το ἐρωτηματικό «μήπως;» και παρέμεινε καθηλωτικά ἀγκυλωμένος στο φοβικό «μήπως» χάσει τα προνόμια και τη θέση του ὡς στρατιωτικός διοικητής τῆς Ίουδαίας, ἐπαρχίας τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Πόσες χιλιάδες ἀνακαλύψεις, έφευρέσεις, διαδρομές ἒχει καλύψει ἡ Ἀνθρωπότητα ἓως και σήμερα, δεν τολμῶ να φανταστῶ πόσες και στο αὒριο, ἀξιοποιώντας το αὐτό λῆμμα

«Μήπως;»

Πόσες πρωτοβουλίες πόσες συνεργασίες πόσες προκλήσεις μάς ἒφεραν ἐδῶ που εἲμαστε σήμερα. Στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία, στη δεύτερη δεκαετία τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αίῶνα, σε μία ἐποχή και μία περίοδο που πολλοί στο παρελθόν την ὀνειρεύτηκαν με λιγότερες δυνατότητες και προοπτικές’ μα που ἡ ἲδια ἡ ζωή και ἡ πραγματικότητα ὃπως διαμείβεται και στα τέσσερα σημεῖα τοῦ ὀρίζοντα συμμετέχει με το δικό της ρυθμό και βηματισμό, με τη δική της ταυτότητα και ίδιαιτερότητα στον Κοσμοπολιτισμό [η πνευματική,  διανοητική και αἰσθητική διάσταση]και την Παγκοσμιοπίηση [η οἰκονομική διάσταση] μορφοποιώντας και σμιλεύοντας ἓναν κόσμο που ὃμοιό του δεν ἒχει να ἐπιδείξει καμία προγενέστερη στιγμή στον κέρσορα τῆς χρονογραμμῆς τῆς Ἱστορίας.

Ζοῦμε στον πλουσιότερο ἀπό ποτέ Πολιτισμό’ στον πλοῦτο τῶν Γραμμάτων και τῶν Τεχνῶν, στην ποικιλία και την ἐκφραστικότητα ἀκόμη και τῶν πιο ὀλιγάριθμων δημογραφικά Πολιτισμῶν, στην πρόοδο τῶν Ἐπιστημῶν, κάθε ἐπιστημονικοῦ πεδίου, στη βελτίωση τῶν συνθηκῶν ζωῆς ἀκόμη και στα πιο ὑποβαθμισμένα μέρη τῆς ὑφηλίου, στην ἐκτίναξη τῆς Ποιότητας ζωῆς και τοῦ Βιοτικοῦ Ἐπιπέδου σε σχέση μόλις με την τελευταῖα εἰκοσαετία τοῦ προηγούμενου αἰῶνος μαζί και τῆς χιλιετίας, στην ἒκρηξη τῆς Ἐπικοινωνίας με την πρωτοφανῆ σε κλίμακα ἐνεργοποίηση κεκρυμμένων ἐν δυνάμει μορφῶν της, την ἀπελευθέρωση και μαζί και την ἐλεύθερη διακίνηση Ἀνθρώπινου Δυναμικοῦ, Κεφαλαίων και Ἀγαθῶν και τέλος, με τη σμίκρυνση τῶν ἀποστάσεων μέσω τῶν Ἐπιστημῶν και τῶν τεχνολογικῶν καινοτομιῶν τῆς Πληροφορικῆς και τῆς Ἀεροναυπηγικῆς, ὁ κόσμος μας ἒχει τη μορφή τῶν στίχων τοῦ ἂλλου Ὀδυσσέα’ τοῦ Ἐλύτη «Αὐτός ὁ κόσμος, ὁ μικρός ὁ μέγας».

Μήπως, λοιπόν, ἡ τρέχουσα πραγματικότητα ἒχει και ἂλλη ἀνάγνωση, πέρα ἀπό ἐκείνη τοῦ ὂξινου φόβου, τῆς μαζικά ἀστικῆς τρομοκρατίας που ἒχει ένσκήψει;

Μήπως κάποιοι ἐπωφελοῦνται ἀπό αὐτήν την εἰκόνα τῆς πραγματικότητας;

Και ἀκόμη, ποια δεδομένα συγκροτοῦν αὐτήν την εἰκόνα τοῦ ὀργανωμένου σε πραγματικό χρόνο ἰστοδιαγράμματος θνησιμότητας ἐν δυνάμει και ἐντέλει [ὂνομα και πρᾶγμα, ἓνα και το αὐτό]με την εἰκόνα ἂδειων πόλεων, δρόμων, ἀνενεργῶν φοβισμένων και θορυβημένων πολιτῶν που ἂν δεν τρέμουν ὑπολανθάνει, πια, ἀσυνείδητα συνειδητά, δεν μπορεῖ κάπου θα κάτσει το μπαλάκι τοῦ φόβου και τῆς ὑποβολῆς τῆς Νέας Πραγματικότητας.

Ὃπως μαζί θα κάτσουν και Οἰκονομίες ἀπό νοικοκυριά και βῆμα βῆμα θα πληγοῦν στο βαθμό που κάποιοι ἐνορχηστρωτές ἒχουν ὀργανώσει θα καθιζήσουν πεδία και τομεῖς τῆς Οἰκονομίας, μιας ἀλληλένδετης οἰκονομίας με μηχανισμούς ὂχι πάντοτε διαφανεῖς (ἂς μην χάνουμε ἀπό τη Μνήμη μας και την τελευταῖα Παγκόσμια Οἰκονομική Κρίση του 2008) που μάς κάνουν ὃλους συμμέτοχους σε αὐτό το παιχνίδι της Νέας Πραγματικότητας που στην πραγματικότητα ἐργαλειοποιεῖ παλαιότερα παίγνια ὑπό νέες συνθῆκες και δεδομένα, πιο δόλια, πιο δυναστευτικά, πιο ὑπονομευτικά.

Ὃταν πλήττεται ἡ Οἰκονομία ὂχι ἁπλῶς μιας χώρας π.χ. ΛΔΚ ἀλλά και ὁλόκληρης Ε.Ε., τότε πλήττονται στοιχισμένα κοινωνικά και δημόσια ἀγαθά που ἒχουν διαμορφωθεῖ στο πέρασμα τῶν αἰώνων.  Θα πληγεῖ ὁ κοινωνικός ἰστός τῶν περιοχῶν ὂπου και για ὃσο «ἐνδημεῖ» το νέο «κεφάλαιο» ὑπό τον τίτλο «Κοροναϊός» (Covid-19, SARS-CoV-2). Μόλις μαζέψαμε το 25% του παγκόσμιου πληθυσμοῦ, μόνον ἀπό αὐτές τις δύο περιοχές του πλανήτη. Το 1/4 τοῦ παγκόσμιου πληθυσμοῦ ὑπό συνθῆκες ὁμηρίας σε μία πρωτόγνωρη κατάσταση που, πλέον, παύει να εἶναι παίγνιον.

Θα πληγοῦν και πιθανόν και θα διακυβευθοῦν ἀτομικά και πολιτικά δικαιώματα και κατακτήσεις ὑπό το νέο καθεστώς τῆς φοβικῆς πραγματικότητας. Ἒτσι, οἱ κοινωνικές  Ἐπαναστάσεις που ἒβαλαν φωτιά στην Εύρώπη, το 1848, το 2020+ θα συνιστοῦν χλεύη, ὓβριν και ὂνειδος ἀπέναντι στο πρόσωπο τῆς Ἱστορίας.

Θα πληγεῖ και ἡ ἒννοια τῆς προσωπικῆς ταυτότητος τοῦ καθενός πολίτη, στο βαθμό που ἡ περιστολή τῶν δραστηριότητῶν του ἀγγίζει και τις θεολογικές και θρησκευτικές του ἀναζητήσεις και ἐκφράσεις που ἀποτυπώνονται στο σπάσιμο και τη διαρραγή τῆς αὐτάρεσκης αὐτοπροσωπολατρείας και ζωω/ἀνθρωπομορφισμοῦ τῶν θεϊκῶν δυνάμεων κιόλας ἐδῶ και χιλιετίες. Μα στην κλήση για λατρεῖα τοῦ Θεοῦ στο πέρασμα τῶν χιλιετιῶν, το λῆμμα σχηματοποιήθηκε και ἡ ἒννοια ἐκφράστηκε με τη λέξη «ἐκκλησία», δίνοντας διέξοδο στον Ἂνθρωπο στην άναζήτηση τῆς Ἀλήθειας.

Διέξοδο και νέο περιεχόμενο στον ὂρο «ἐκκλησία», ὃπου το πολιτικό περιεχόμενο τοῦ ὂρου, ἀπό την «Ἐκκλησία τοῦ Δήμου» στην πρώιμη μα και πρώτη με ὂρους Πολιτικῆς Δημοκρατία στον κόσμο, μεταπλάθεται στην «Ἐκκλησία». Τον πνευματικό ἐκεῖνο χῶρο, τη γέφυρα ἀνάμεσα στον Ἂκτιστο Δημιουργό με τις εἰκόνες Του. Στο χῶρο ὂπου συναιρεῖται ὁ Οὐρανός και ἡ Γῆ. Ἐκεῖ ὃπου ἀκόμη και ἂν κάποιος εἰσέρχεται ἓνας, δεν εἶναι και μόνος. Ἐκεῖ ὃπου δημιουργήθηκε ὁ συγκεκριμένος χῶρος ὡς χῶρος συναθροίσεως, συγκεντρώσεως, συνελεύσεως ἐλεύθερης, μετά λόγου γνώσεως και συνειδητῆς πράξεως.

Ὁπου συναιροῦνται ἡ συνείδησις και ἡ συνειδητότητα τῆς Μήτεως (=σκέψεως), ὡς ἀναζήτηση διαρκής τοῦ σωτηριολογικοῦ και ἐσχατολογικοῦ περιεχομένου τῆς ζωῆς ὡς ὑπάρξεως (=Μέλλον), ὡς θεματοφύλαξ ἱερῶν παρακαταθηκῶν και παραδόσεων που συνιστοῦν και συγκροτοῦν την ἒννοια τῆς Ἐθνικῆς Ταυτότητος (Χριστιανός Ὀρθόδοξος, Ἓλλην και ἑλληνική γλῶσσα), ὃπου παίρνει σᾶρκα και ὀστᾶ ὁ διδυμικός χαρακτῆρας τοῦ σύγχρονου Ἑλληνικοῦ κράτους, ἀπό ἱδρύσεῶς του, το 1830 μ.Χ. ὁλοκληρώντας τον Ἀγῶνα που ἂρχισε το 1821 για τη δική μας Ταυτότητα.

Ἡ κοινωνία του λαοῦ, τοῦ κόσμου, του πολίτη μέσω τῆς παρουσίας του και τῆς συμμετοχῆς του στα θρησκευτικά και λατρευτικά δρώμενα τῆς Ἐκκλησίας τελειοῦται με τη Θεία Κοινωνία και Εὐχαριστία, ὃπου και ὃτε συναγάλλεται ὁ ἐπίγειος κόσμος με τον Οὐράνιο Πατέρα και την Ἁγία Τριάδα.

Στο πέμπτο Μ, την πεμπτουσία του Μ και στην ἐρώτηση «Μήπως ὑπάρχει και μάς ἀξίζει ἓνας καλύτερος κόσμος;» ἡ ἀπάντησις ἒρχεται διττῶς. Την πρώτη την ἒχει γράψει ὁ παπποῦς Σοφοκλῆς, στο ἒργο του «Ἀντιγόνη», στην Ἐκκλησία τοῦ Θεάτρου τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν και κοσμοπολιτῶν, πρώτων μετόχων τῆς Δημοκρατίας, στο Α΄στάσιμο τοῦ Χοροῦ και στους στίχους 332-372.

Πολλά γεννούν το δέος’

Το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά’

Περνά τον αφρισμένο πόντο

με τις φουρτούνες του νοτιά,

στη μέση σκάβει το βαθύ

και φουσκωμένο κύμα’

και την υπέρτατη θεά, τη Γη

την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη

οργώνοντας με τα καματερά

χρόνο το χρόνο φιδοσέρνοντας τ’ αλέτρι

 

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά,

τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων,

την όρεξη να ζει σε πολιτείες’

πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ’ αγιάζι

την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο,

ο πολυμήχανος’ αμήχανος δε θ’ αντικρίσει

τα μελλούμενα. Το Χάρο μόνο

να ξεφύγει δεν μπορεί’

μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές

σ’ αγιάτρευτες αρρώστιες.

Και των αστόχαστων πτηνών

τις φυλές κυνηγά με τα βρόχια

των άγριων θηρίων τα έθνη

των βυθών την υδρόβια φύτρα

με δίχτυα πλεγμένα στριφτά,

ο τετραπέρατος’ τ’ αγρίμι της βουνοκορφής

δαμάζει με τεχνάσματα’ φορεί

στων αλόγων την πλούσια χαίτη ζυγό

και στον ταύρο, που βαρβάτος βοσκάει στα όρη.

 

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε

που δεν τις βάζει ο νους,

κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει’

όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο

και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός,

πολίτης’ αλήτης και φυγάς,

όποιος κλωτσάει τ’ άδικο, μακάρι και μ’ αποκοτιά,

ποτέ σε τράπεζα κοινή

ποτέ μου βούληση κοινή

με κείνον που τέτοια τολμάει.

Opera Snapshot_2020-03-18_025322_www.impantokratoros.gr

 

Ἡ δεύτερη, διά φωνῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ

«Στῶμεν Καλῶς»

Ἀθῆνα, 18 03 2020

This entry was posted in 1821, 1830, 1848, 2020, Ἀνθρωπότητα, Ἐπικαιροποίηση, Ἐκκλησία, Ἑλλάς, Διπλωματία, Δικαιοσύνη, Επιστήμες, Επιστήμη, Ευρώπη, Εθνική Παλιγγενεσία 1821, Εκπαίδευση, Θρησκεία, Θέατρο, Ιστορία, Κίνα, Κοινωνία, ΜΜΕ, Μάρτιος, Οικονομία, Προστασία Περιβάλλοντος, Πόλεμος, Παράδοση, Παιδεία, Πληροφορική, Πολιτισμός, Πολιτική, Σύμβολα, Σήμερα, Τράπεζες, Τρομοκρατία, Τέχνη, Τεχνολογία, Υποδομές, Υγεία, Φιλοσοφία, Χριστιανισμός and tagged , , , , . Bookmark the permalink.